Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Κώστας Βάρναλης: 40 χρόνια από τον θάνατο του ποιητή των "Μοιραίων"



Σαν σήμερα πριν 40 χρόνια, το 1974, έφευγε για την αιωνιότητα ο ποιητής του λαού, ο επαναστάτης διανοούμενος, ο άνθρωπος που "συνόδευσε" την νεοελληνική ιστορία με την τέχνη του και τους αγώνες του.


Πριν σαράντα χρόνια ο λαός, που υπηρέτησε με την ποίησή του ο Κώστας Βάρναλης τον αποχαιρετούσε με συγκίνηση, όλοι αυτοί οι άνθρωποι που γνώρισαν τον δημιουργό - αγωνιστή, που μαρτύρησε μαζί με όλους τους προοδευτικούς ανθρώπους στα ξερονήσια και στα κάτεργα που είχαν στήσει τα "διεστραμμένα μυαλά", τα  "τελώνια" και της "ανομίας οι πρώτοι του λαού".

Μετά από τόσα χρόνια η ποίησή του παραμένει "Οδηγητής" για "κάθε λαό, καινούργιο ή παλαιό" να δείχνει το φως και την μοναδική διέξοδο, που είναι ο αγώνας του ανθρώπου, καλώντας μέσα από τους στίχους του "να γιορτάσουμε σαν ένας την μεγάλη Ανατολή, κάθε τόπος κάθε γέννας κάθε γλώσσας οι καλοί" γιατί "στ' αγιασμένο τούτο χώμα που βγαζε αίμα ποταμό, μας κρατάει το χρέος ακόμα για τον Μέγα Λυτρωμό".

Γεννήθηκε στη Βάρνα της Ανατ. Ρωμυλίας (Πύργος Βουλγαρίας) το 1884. Ύστερα από τις εγκύκλιες σπουδές του στη γενέτειρά του, φοίτησε στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και αργότερα σπούδασε κλασσική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1919 μετέβη στο Παρίσι και σπούδασε, με κρατική υποτροφία, Νεοελληνική φιλολογία και Αισθητική. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας. Επιστρέφοντας από το Παρίσι δίδαξε ως καθηγητής σε Γυμνάσια και το 1924 ανέλαβε τη διδασκαλία της Νεοελληνικής φιλολογίας στην Παιδαγωγική Ακαδημία, που διηύθυνε ο Δημ. Γληνός.
Η έκδοση όμως, των εικονοκλαστικών έργων του «Το φως που καίει» (1922) και «Ο Λαός των Μουνούχων» (1923) με
το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας του στοίχισε την εξάμηνη παύση του. Οι σκοταδιστές – αντίπαλοι της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης στράφηκαν λίγο αργότερα με διώξεις εναντίον του Γληνού κι όλων των δασκάλων της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και του Μαρασλείου Διδασκαλείου. Πολλοί συγγραφείς όπως ο Παλαμάς, ο Μυριβήλης κ.ά., υπέγραψαν διαμαρτυρίες για τη δίωξή του. Μετά από μια δεύτερη παραμονή στο Παρίσι, αποτέλεσμα της απόλυσής του από τη Μέση Εκπαίδευση το 1926, εργάσθηκε για βιοπορισμό στη σύνταξη εγκυκλοπαιδικών λεξικών και σε διάφορες εφημερίδες (Ανεξάρτητος, Ριζοσπάστης, Φιλελεύθερος).
Το 1934 εκπροσώπησε, μαζί με το Δημ. Γληνό, την Ελλάδα, στο συνέδριο σοβιετικών συγγραφέων. Το 1935
εκτοπίστηκε με άλλους αριστερούς διανοούμενους στον Άγιο Ευστράτιο. Από τότε, παρά τις διώξεις και τις απαγορεύσεις του
έργου του, διατήρησε ως το θάνατό του την ιδεολογική του συνέπεια και την πολιτική του εγρήγορση. Στις 9 Δεκεμβρίου 1956 η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών τίμησε τον ποιητή «για τη συμπλήρωση 50 χρόνων πολύπλευρης λογοτεχνικής δράσης του ως μια από τις κορυφαίες πνευματικές μορφές του καιρού του». Το 1959 του απονέμεται το βραβείο «Λένιν» για τη συμβολή του «στον παγκόσμιο αγώνα για την ειρήνη».
Η ποίηση του Βάρναλη είναι οικουμενική και πανανθρώπινη και συνάμα λαϊκή: «γιατί η τέχνη», όπως γράφει ο ίδιος, «αποτείνεται στο μεγάλο σύνολο. Η μεγάλη τέχνη είναι Λαϊκή». Λαϊκή και ασυγκατάβατα «αριστοπρεπής» είναι η τέχνη του Βάρναλη. Η λαϊκότητα συνοδεύεται από
ποιότητα που αποστρέφεται τη λογοκοπία της μπροσούρας και την οχλοποίηση. Οι ελληνικοί χαρακτήρες της τέχνης του είναι ανάγλυφοι στη μορφή και το περιεχόμενο. Σε καιρούς που άλλοι ποιητές στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τη συμβατικότητα της παράδοσης φλυαρούν ασυγκράτητα στον ελεύθερο στίχο, μέσ΄ από τη δημιουργία του Βάρναλη οι παλιές φόρμες ξαναλούζονται στο ποτάμι της ζωής κι αναβρύζουν το τραγούδι της. Ο κόσμος μας στην προαιώνια και αγέραστη νιότη του. Ο ήλιος, η θάλασσα,
το φεγγάρι σμίγουν με τον ανθρώπινο πόνο (στίχοι: 1) «ήλιε και θάλασσα γαλάζια», 2) το ποίημά του «το πέρασμά σου» είναι βγαλμένο από τον πόνο της φτωχολογιάς και την πίκρα των καταφρονεμένων. Στους «ηλιοπάτητους δρόμους» σεργιανάει το μοιρολόι της μάνας του Χρηστού που με τη «μαύρην ομπόλια» κατεβασμένη στα μάτια θρηνεί μητροπρεπώς το γιο της: (Ανάγνωση στίχων: έφυγες………»). Παροιμιακοί τρόποι έκφρασης, φως, νεύρο, λυγεράδα συνθέτουν μια «καλλιγραφημένη κομψότητα» γράφει ο Λεκατσάς.
Αυτό το αφιέρωμα μόνο με τους στίχους του άλλου μεγάλου ποιητή της Ρωμιοσύνης, του Γιάννη Ρίτσου μπορεί να κλείσει:

"Ποιητή, σ΄ είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας
με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου
σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει.
Σ΄ είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή δίπλα στ΄ αφτί
για ν΄ αφουγκράζεσαι πίσω απ΄ τα τείχη
τη στρογγυλή βουή του ιστορικού αναπότρεπτού ήλιου.
Αυτό τον ήλιο μας έδειξες"


"Παλμός της Καλύμνου"

(βίντεο: η κηδεία του Κ. Βάρναλη και το ποίημά του "Οι Μοιραίοι" σε απαγγελία Μάνου Κατράκη και εκτέλεση από τον Γρ. Μπιθικώτση σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου