Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Ποινικοποίηση Πολιτικής Ζωής και Ατιμωρησία: «Νόσοι Πόλεως»

Στην αρχαία Αθήνα, κατά την κρίση των πολιτών που εμπλέκονταν με τα κοινά, λαμβάνονταν σοβαρά υπ’ όψιν από τους κριτές, η συχνότητα παρουσίας των υποψηφίων πολιτικών στα δικαστήρια και θεωρούνταν αρνητικό κριτήριο το  γεγονός της συχνής εμπλοκής σε δικαστικές διαμάχες.

Φυσικά τα δικαστήρια και οι δικαστικοί, είναι οι θεματοφύλακες της τήρησης των νόμων και ο θεσμός της δικαιοσύνης υπάρχει ώστε να διαφυλάσσεται η αρμονική συμβίωση μεταξύ των πολιτών, αλλά αποτελεί και την «ασπίδα προστασίας» τους από την αυθαιρεσία της όποιας εξουσίας.

Σε μια όμως πολιτισμένη κοινωνία, όταν παρατηρείται το φαινόμενο της «μετάπτωσης» του πολιτικού βίου, από τα ενδεδειγμένα όργανα άσκησης της πολιτικής, στις δικαστικές αίθουσες και η προσπάθεια εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων με μηνύσεις και αγωγές, τότε αποδεδειγμένα αυτό αποτελεί «νόσον της πόλεως».

Ταυτόχρονα νοσηρό στοιχείο μιας κοινωνίας αποτελεί και το γεγονός της κατά συρροήν εξυβρίσεως, του διασυρμού, της παραβίασης της ιδιωτικότητας, της καταρράκωσης της προσωπικότητας και αξιοπρέπειας και γενικά του «πολιτικού κανιβαλισμού», ο οποίος δεν γνωρίζει όρια, προάγει την πυγμή του ισχυρού έναντι οποιουδήποτε, καταργεί κάθε ηθικό φραγμό και απογυμνώνει την πολιτική και τον δημόσιο λόγο, από το ελάχιστο ίχνος ηθικής.

Αυτό το κλίμα είναι ακόμη πιο επικίνδυνο και σε συνάρτηση με την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, οδηγεί σε ένα αδιέξοδο, όπου ο πολιτικός βίος «ανακυκλώνεται» μέσα σε μια νοσηρή κατάσταση, όπου κυριαρχεί η «βία», η μισαλλοδοξία, η με κάθε μέσο εξόντωση του αντιπάλου και η «παρέλαση» των πολιτικών από τις αίθουσες των δικαστηρίων.

Οι συνέπειες παρόμοιων νοσηρών καταστάσεων είναι πολλαπλές. Καταρχάς αποπροσανατολίζεται η πολιτική από τα προβλήματα της κοινωνίας και επικεντρώνεται στην αντιπαλότητα και στις δικαστικές διαμάχες. 

Έτσι ο πολιτικός βίος και η πρακτική αναλώνεται σε ζητήματα που δεν αφορούν την δρομολόγηση προβλημάτων μιας κοινωνίας, τα οποία περνούν σε δεύτερη μοίρα και καταλήγουν στα αζήτητα, ενώ οι πολιτικοί αναλίσκονται «σε κονταρομαχίες».

Επιπλέον, ως συνέπεια αυτής της νοσηρότητας είναι η αντανάκλαση στην ίδια την κοινωνία, που εισπράττει την κατάσταση αυτή ως δεδομένη και «βαδίζει» πάνω στον δρόμο που χαράζει η πολιτική πρακτική.

Βέβαια δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ καταδίκης της ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής και της ατιμωρησίας.

Σε καμία των περιπτώσεων, ο φόβος για «ολίσθηση» της πολιτικής ζωής στην ποινικοποίηση, δεν πρέπει να δημιουργεί «φοβικά σύνδρομα»,  αλλά όταν,  διαπιστωμένα,  η πολιτική πρακτική και ο δημόσιος λόγος,  ατόμων ή ομάδων, «εκτρέπονται» από την της νομιμότητα, οφείλει η δικαιοσύνη να παρεμβαίνει.

Οι συμμετέχοντες στον πολιτικό διάλογο, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, «εκτίθενται» με τις θέσεις και απόψεις που εκφράζουν δημόσια. Ο λόγος τους όταν διατυπώνεται,  οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν του και τον αντίκτυπο στην κοινωνία και κατά συνέπεια να είναι πολιτικός λόγος και να μην παρεκκλίνει στον εκχυδαϊσμό, την διασπορά ψευδών ειδήσεων, την ύβρη και τον διασυρμό προσωπικοτήτων.


«Παλμός της Καλύμνου»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου